ἀπόχρεμμα
ἀπόχρεμμα, expectoration
ἀπό-χρεμμα, ατος, τό,
- expectoration, Hp. Loc.Hom. 16.
expectoración, esputo
ἀποχρέμματος ἔτι ἐν τῷ πλεύμονι ἐνεόντος
ἀπόχρεμμα, ατος (τὸ) matière expectorée, crachat, Hpc. 415, 54.
Étym. ἀποχρέμπτομαι.
ἀπόχρεμμα, τό, der Auswurf beim Husten, Medic.