ἀποχρώντως
ἀποχρώντως, enough, sufficiently
ἀποχρώντως, Dor. ἀπο-χρεόντως Archim. Aren. 3.2, Adv. pres. part. of ἀποχράω:—
- enough, sufficiently, Th. 1.21, 7.77, Pl. R. 429a; ἀ. ἔχει τινί Antiph. 191.16; ἀ. ἔχειν τιμῆς J. AJ 15.2.7; μέρος ἀ. ἐξειργασμένον Phld. Piet. 22.
adv. bastante, suficiente
ὡς παλαιὰ εἶναι ἀ.
ἐμοὶ ... δοκεῖ ... ηὑρῆσθαι
μεμιμῆσθαι
εἰρῆσθαι
ἀ. καὶ νῦν εἴρηται
τοῖς θεωμένοισιν ἀ. ἔχει
νῦν ἀ. τιμῆς ἔχουσα
ἀ. ὑπηρετεῖ καὶ τὸ μέγεθος
τὰ ἀ. δεδηλωμένα
ἡμῖν ἀ. ἔχειν δοκεῖ
ἀποχρώντως, adv. suffisamment, Thc. 1, 21 ; 7, 77 ; Plat. Rsp. 429a.
Étym. ἀποχράω.
ἀποχρώντως, zur Genüge, hinreichend, μεμιμῆσθαι Plat. Critia.107c ; εἰρῆσθαι Rep. IV.429a ; Isocr. 3.27 ; ἀπ. ἔχει τοῖς θεωμένοις Antiphan. Ath. VI.222c (v. 16).
ἀποχρώντως
- enough, sufficiently, Thuc.