ἀποχρηστικῶς Save LSJ Bailly 2024 ἀπο-χρηστικῶς, f.l. for -χρώντως, D.L. 7.160. ἀπο·χρηστικῶς, adv. c. ἀποχρώντως, DL. 7, 160. Étym. ἀ. χρηστικός.