ἀποχύλισμα
ἀποχύλισμα, juice
ἀποχῡλ-ισμα, ατος, τό,
- juice, μαλάχης ἀγρίας Gp. 15.6.1.
jugo
μαλάχης ἀγρίας
ἀποχύλισμα, ατος (τὸ) [ῡ] jus exprimé, Geop. 15, 6, 1.
ἀποχύλισμα, τό, der ausgepreßte Saft, Synes.