ἀποχρέω Save LSJ DGE Grieks Nederlands Pape ἀποχρέω, ἀπό-χρη, v. ἀποχράω. ἀποχρέω v. ἀποχράω. ἀποχρέω zie ἀποχρήω. ἀποχρέω, ion. = ἀποχράω.