ἀστερικός
ἀστερικός, planetary
ἀστερ-ικός, ή, όν,
- planetary, κινήματα Theol.Ar. 37.
propio de los astros, sideral
ἑπτὰ γὰρ κινημάτων ἀστερικῶν ὑπαρχόντων
ἀστερικός, ή, όν, c. ἀστρικός, Theol. 37.