ἀσύλητος
ἀσύλητος, inviolate
ἀσῡλ-ητος, ον,
- = ἄσῡλος I, E. Hel. 449, J. AJ 19.1.1, D.C. 75.14.
que no sufre violencia, inviolable
γένος
πόλις
πύλαι
γάμος
ὑμέναιοι
ἀ·σύλητος, ος, ον [ῡ] inviolable, Eur. Hel. 449 ; DC. 75, 14.
Étym. ἀ, συλάω.
ἀσύλητος, = ἄσυλος, γένος Eur. Hel. 449.
ἀσύλητος
συλάω
- not inviolate, Eur.