ἀφηλικία Save DGE Bailly 2024 ἀφηλικία -ας, ἡ niñez, minoría de edad εἶτα τὸν σὸν παῖδα ἐν τῇ ἀφηλικίᾳ καταλείψεις Basil.M.31.1449A. ἀφηλικία, ας (ἡ) enfance, Bas. 3, 502c. Étym. ἀφῆλιξ.