ἀφιλονείκητος Save LSJ DGE ἀφῐλο-νείκητος, ον, = sq., Hdn. Epim. 177. ἀφιλονείκητος -ον enemigo de discordias Hdn.Epim.177, ἀναμίλλητον· ἀφιλονείκητον Hsch.