ἀφιλοπρωτία
ἀφιλοπρωτία, want of ambition
ἀφῐλο-πρωτία, ἡ,
- want of ambition, Men.Prot. p.90 D.
falta de afán de protagonismo
ἀ. μόνη καὶ φθόνου κατάλυσις τὰ καιριώτατα συνιστᾷ
ἀφιλοπρωτία, want of ambition
falta de afán de protagonismo
ἀ. μόνη καὶ φθόνου κατάλυσις τὰ καιριώτατα συνιστᾷ