ἀφιλόνεικος
ἀφιλόνεικος, not fond of strife
ἀφῐλό-νεικος, ον,
- not fond of strife, Arist. VV 1250a43, 1251a15, Andronic.Rhod. p. 575 M., Ph. 2.5; ἡγεμονία ib. 555. Adv. -κως, παραχωρεῖν τινός τινι Plb. 21.20.1, cf. Ph. 1.324, al., Luc. Symp. 37.
1 poco amigo de luchas, enemigo de disputas
τὸ μὴ εὐνίκητον εἶναι πρὸς τὰς ὀργάς, ἄπικρον δὲ τῷ ἤθει καὶ ἀφιλόνεικον
τὸ ἀφιλόνεικον τοῦ ἤθους
ἁρμονία
ὁ ἕβδομος ἀριθμὸς ... ἀ. (ἐστί)
ἡ κτίσις ἡ ἐν Χριστῷ ἀφιλόνικος
2 adv. -ως sin ánimo de disputa
ἀ. παντὸς (ἂν) παραχωρήσαιμι
ὑμεῖς δὲ ἀ. ἐρεῖτε καὶ ἀκούσεσθε
ἁρμόττει ... βιοῦν ἀ.
πύθεσθε παρὰ τῶν εἰδότων ἀ.
ἀ·φιλόνεικος, ος, ον [ῐ] qui n’aime pas les disputes, Arstt. Virt. et vit. 4, 3 ; 6, 4 ||
Sup. -ότατος, Phil. 2, 5.
ἀφιλόνεικος, nicht Streit liebend, adv. bei Pol. 22.3 ; Luc. Conv. 37.