ἀυτά
ἀυτά, cry
ἀ˘ῡτά
- 1cry
- a musical sound ]γάρ σε λιγυσφαράγων κλυτᾶν ἀυτά, Ἑκαβόλε, φορμίγγων fr. 140a. 60 (34). ἐρεθίζομαι πρὸς ἀυτά[ν (Lobel: e Plutarcho ἀοιδάν subst. G-H.) fr. 140b. 14.
- b battle-cry i. e. rush of war ἂν κίνδυνον ὀξείας ἀυτᾶς N. 9.35