Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αὐταγρεσίη
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Αὐσονίτης
Αὐσονῖτις
αὖσος
αὐσός
αὖσπεξ
αὔσπιξ
αὐσταλέος
ἀυσταλέος
ἀϋσταλέος
Αὐστάνης
Αὔσταρμος
αὐστήρ
Αὐστήρα
αὐστηρία
αὐστηρόπρακτος
αὐστηρός
αὐστηρότης
αὐστηρῶς
Αὐσχίσαι
Αὔσων
Αὐσώνιος
αὐσωτοῦ
αὐτ
ἀυτά
αὐτάγαθος
αὐταγαθότης
αὐτάγγελος
αὐτάγγελτος
αὐτάγητος
αὐταγρεσία
αὐταγρεσίη
αὐτάγρετος
αὐτάγρευτος
αὐτάδελφος
αὐτάδης
Αὐταῖοι
αὐταίτιος
αὐταιώρητος
αὐτακολούθησις
αὐτάλεν
αὐτάλκης
αὐταμαρόν
αὐτανδρί
αὔτανδρος
Αὔτανδρος
αὐτανεψία
αὐτανεψιά
αὐτανέψιος
αὐτανεψιός
αὐτανίδας
αὐτάντας
αυταόρα
αὐταπειρία
αὐταπόδεικτος
αὐτάρ
αὖταρ
αὐταρέσκεια
αὐταρεσκέω
αὐτάρεσκος
αὐτάρεστος
Αὐταριᾶται
…
αὐταγρεσίη
Save
DGE
αὐταγρεσίη
-ης, ἡ
elección voluntaria
ἐκ αὐταγρεσίης
Call.
Fr
.23.20.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}