αὐτάγαθος Save DGE Bailly 2024 αὐτάγαθος v. αὐτοαγαθός. αὐτ·άγαθος, ος, ον [ᾰᾰ] qui est le bien même, Rhét. 3, 476 W. etc. Étym. αὐτός, ἀγαθός.