ἀμελητί
1 por descuido, descuidadamente
οἱ δεκαταλάντους δωρεὰς ἀ. προϊέμενοι
2 v.
ἀμελητί, adv. sans soin, Luc. Tim. 12.
Étym. ἀμέλητος.
ἀμελητί, sorglos, Luc. Tim. 12.
1 por descuido, descuidadamente
οἱ δεκαταλάντους δωρεὰς ἀ. προϊέμενοι
2 v.