Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Ἀκίκαρος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀκηχέδατ΄
ἀκηχέδαται
ἀκηχεδών
ἀκήχεμαι
ἀκηχεμένη
ἀκηχέμενος
ἀκί
Ἁκία
Ἀκιαμός
Ἀκίβας
ἀκιβδήλευτος
ἀκίβδηλος
ἀκιβδήλως
Ἄκιβοι
Ἀκιδαλία
Ἀκίδας
ἀκίδιον
ἀκιδνός
ἀκιδοειδής
Ἀκίδουσα
ἀκιδόω
ἀκιδρός
ἀκιδρωπάζω
ἀκιδώδης
Ἀκίδων
ἀκιδωτόν
ἀκιδωτός
ἀκίζω
ἀκίθαρις
Ἀκίθιος
Ἀκίκαρος
ἄκικυς
Ἀκίλα
Ἄκιλαι
Ἀκίλιος
Ἀκιλισηνή
ἀκίμολος
ἄκιμος
ἀκίναγμα
ἀκιναγμός
ἀκίναιδος
ἀκινάκης
Ἀκινάκης
Ἀκινάσης
ἀκινδυνί
ἀκίνδυνος
ἀκινδυνότης
ἀκινδυνώδης
ἀκινδύνως
ἀκινήεις
ἀκινησία
ἀκινητέω
ἀκινητί
ἀκινητίζω
ἀκινητίνδα
ἀκίνητος
ἀκινήτως
ἀκίνινος
ἀκίνιος
Ἀκινιππώ
ἄκινος
…
Ἀκίκαρος
Save
DGE
Ἀκίκαρος
-ου, ὁ
Acícaro
n. de un sabio babilonio, Clem.Al.
Strom
.1.15.69.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}