ἀκηχεδών Save LSJ DGE Pape ἀκηχεδών, όνος, ὁ, = λύπη, Hsch. (pl.), cf. EM 48.2. ἀκηχεδών -όνος, ὁ sufrimiento Hsch., EM α 647. ἀκηχεδών, όνος, ἡ, Kummer, VLL.