ἀκηχέδαται
ἀκηχέδαται, ἀκηχέμενος, v. sub ἀχέω.
ἀκηχέδαται, 3 pl. pf. pass. épq. d’ἄχνυμαι.
ἀκηχέδαται
3 pl. pf. pass. ἀκαχέω.
ἀκηχέδαται , ἀκηχέαται, ἀκηχεμένη: see ἀκαχίζω.
3 pl. pf. pass. ἀκαχέω.