Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀκιδωτόν
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀκηρύκτως
ἀκήρωτος
Ἄκης
ἀκῆσκος
ἀκητόν
ἀκηχέδατ΄
ἀκηχέδαται
ἀκηχεδών
ἀκήχεμαι
ἀκηχεμένη
ἀκηχέμενος
ἀκί
Ἁκία
Ἀκιαμός
Ἀκίβας
ἀκιβδήλευτος
ἀκίβδηλος
ἀκιβδήλως
Ἄκιβοι
Ἀκιδαλία
Ἀκίδας
ἀκίδιον
ἀκιδνός
ἀκιδοειδής
Ἀκίδουσα
ἀκιδόω
ἀκιδρός
ἀκιδρωπάζω
ἀκιδώδης
Ἀκίδων
ἀκιδωτόν
ἀκιδωτός
ἀκίζω
ἀκίθαρις
Ἀκίθιος
Ἀκίκαρος
ἄκικυς
Ἀκίλα
Ἄκιλαι
Ἀκίλιος
Ἀκιλισηνή
ἀκίμολος
ἄκιμος
ἀκίναγμα
ἀκιναγμός
ἀκίναιδος
ἀκινάκης
Ἀκινάκης
Ἀκινάσης
ἀκινδυνί
ἀκίνδυνος
ἀκινδυνότης
ἀκινδυνώδης
ἀκινδύνως
ἀκινήεις
ἀκινησία
ἀκινητέω
ἀκινητί
ἀκινητίζω
ἀκινητίνδα
ἀκίνητος
…
ἀκιδωτόν
Save
LSJ
ἀκῐδ-ωτόν, τό,
= σέλινον ἄγριον,
Id.
2.175; = ποτίρριον,
Dsc.
3.15.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}