ἐγχρωκουρίας Save LSJ DGE ἐγχρωκουρίας, ου, ὁ, = ἐν χρῷ κεκαρμένος, Orus ap.Et.Gen. s.v. ἐν χρῷ. ἐγχρωκουρίας -ου, ὁ cortado al rape Orus Orth.6.