ἐκγέννημα
ἐκγέννημα, offspring, issue
ἐκγένν-ημα, Dor. ἐκγένν-ᾱμα, ατος, τό,
- offspring, issue, Supp.Epigr. 2.310.12 (Delph.).
vástago, descendiente
ἐκ Ξενοκρατέας
ἐκγεννήματα ... κατ' ἀρετήν
del alma