ἐκγενέτης
ἐκγενέτης, descendant
ἐκγενέτης, ου, ὁ,
- = ἔκγονος, δεσπόταις ... Λακεδαίμονος ἐκγενέταισι E. Andr. 128 codd. (lyr.), cf. Ba. 1155 (lyr.).
descendiente, vástago
τοῦ δράκοντος Πενθέος ἐκγενέτα
de Penteo el descendiente del dragón
ἐκ·γενέτης, ου (ὁ) c. ἔκγονος, Eur. Andr. 128 (dat. pl. poét. -γενέταισι), Bacch. 1153 (gén. -γενέτα).
Étym. ἐκ, γενέτης.
ἐκγενέτης, ὁ, = ἔκγονος, τινός, Eur. Andr. 128, Bacch. 1153.
ἐκγενέτης, ου,
= ἔκγονος, Eur.