ἐκγενής Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐκγενής, ές, v. ἐγγενής. ἐκ·γενής, ής, ές, sans famille, Soph. O.R. 1506 conj. p. ἐγγενής. Étym. ἐκ, γένος. ἐκγενής, ές, Konjektur für ἐγγενής Soph. O.R. 1506.