ἐκγαμίσκομαι Save Bailly 2024 Pape ἐκ·γαμίσκομαι [ᾰ] c. le préc. NT. Luc. 20, 34, 35. ἐκγαμίσκομαι, = ἐκγαμέομαι, Ev. Luc. 20.34, bei Lachm. γαμίσκομαι.