ἐκπρίασθαι
ἐκπρίασθαι, to buy off
ἐκπρίασθαι, aor. 2 (v. πρίασθαι),
- buy off, χρήμασι..κίνδυνον ἐ. Antipho 5.63, cf. Lys. 27.6; ἐ. τοὺς κατηγόρους Id. 20.15.
- 2 buy, ἐ. τι παρά τινος Isoc. 3.22; μεγάλων χρημάτων τὴν σωτηρίαν D.C. 62.28.
ἐκ·πρίασθαι [ῐ] (inf. ao. 2)
1 acheter : τι παρά τινος, Isocr. 31b, qqe ch. à qqn ; χρήμασί τι, Ant. 136, 36, qqe ch. à prix d’argent ||
2 acheter, corrompre : τινα, Lys. 159, 20, qqn.
ἐκπρίασθαι, (aor., s. πρίασθαι), abkaufen, loskaufen ; κίνδυνον Antiph. 5.63 Lys. 27.6, d.i. die Anklage durch Bestechung abwenden, παρά τινος, Isocr. 3.22 ; auch τοὺς κατηγόρους, erkaufen, bestechen, Lys. 20.15 ; μεγάλων χρημάτων τὴν σωτηρίαν DC. 62.28.
ἐκπρίασθαι
aor.
v. πρίασθαι
- to buy off, Oratt.