About Report a problem

Menu

ἐκπρίασθαι

ἐκπρίασθαι, to buy off

ἐκπρίασθαι, aor. 2 (v. πρίασθαι),
  • buy off, χρήμασι..κίνδυνον ἐ. Antipho 5.63, cf. Lys. 27.6; ἐ. τοὺς κατηγόρους Id. 20.15.
      • 2 buy, ἐ. τι παρά τινος Isoc. 3.22; μεγάλων χρημάτων τὴν σωτηρίαν D.C. 62.28.

Saved

Recent