ἐκπρόπτωσις
ἐκπρόπτωσις, prolapsus
ἐκπρό-πτωσις, εως, ἡ,
- prolapsus, Sor. 2.85 (pl.).
medic. prolapso
ἐξ ἑκατέρων τῶν μερῶν ἐκπροπτώσεις ὁρῶνται
ἐκπρόπτωσις, prolapsus
medic. prolapso
ἐξ ἑκατέρων τῶν μερῶν ἐκπροπτώσεις ὁρῶνται