About Report a problem

Menu

ἐκπροκαλέομαι

ἐκπροκαλέομαι, to call to oneself

ἐκπρο-κᾰλέομαι,
  • call forth to oneself, ἐκπροκαιεσσαμένη μεγάρων Od. 2.400; ἀπὸ μεγάροιο h.Ap. 111; νόσφιν A.R. 4.353.
      • 2 invoke, ἄστρων σέλας Orph. H. 7.1.

Saved

Recent