ἐλασμός
ἐλ-ασμός, ὁ,
- = ἔλασμα I, Aristeas 65, D.C. 46.36.
- II = ἔλασις, Hippiatr. 1.
1 placa, lámina
ἐς ἐλασμὸν μολύβδου λεπτὸν ἐγγράψαντες
2 cabalgada
ὁπόταν ὑπέρτονος γένηται (ὁ ἵππος) ὑπὸ δρόμου καὶ ἐλασμοῦ
ἐλασμός, οῦ (ὁ)
1 lame métallique, DC. 46, 36 ; 57, 18 ||
2 course à cheval ou conduite d’un char, Hippiatr. p. 5, 13.
Étym. ἐλάω.
ἐλασμός, ὁ,
1) = ἔλασις, Sp.
2) = ἔλασμα, D.Cass., z.B. 46.36.
1) = ἔλασις, Sp.
2) = ἔλασμα, D.Cass., z.B. 46.36.