ἐλασσονότης Save DGE Bailly 2024 ἐλασσονότης -ητος, ἡ • Alolema: át. ἐλαττ- cualidad de ser menor op. μειζονότης Iambl.in Nic.33, Sch.Euc.3.31. *ἐλασσονότης, seul. ἐλαττονότης, ητος (ἡ) diminution, Jambl. Nicom. ar. p. 45. Étym. ἐλάσσων.