Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐμπέδιος
ἐμπέδιος, deep-rooted
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐμπαροίνημα
ἐμπαροιστρέω
ἔμπαρος
ἐμπαρουσιασμός
ἐμπαρρησιάζομαι
ἔμπαρσις
ἔμπας
ἐμπασέντας
ἔμπασις
ἔμπασμα
ἐμπάσματα
ἐμπασμός
ἐμπάσσω
ἐμπαστέον
ἐμπαστῆρας
ἐμπαστήρια
ἐμπαστός
ἐμπαταγέω
ἐμπάτακτος
ἐμπατέομαι
ἐμπατέω
ἔμπατον
ἐμπάττω
ἐμπαχύνομαι
ἔμπεδα
ἐμπεδάω
ἐμπεδέω
ἐμπεδέως
ἐμπεδής
Ἐμπεδίας
ἐμπέδιος
Ἐμπεδίων
ἐμπεδόκαρπος
Ἐμπεδόκλειος
Ἐμπεδοκλῆς
ἐμπεδόκυκλος
ἐμπεδολεκαρύταινα
ἐμπεδολώβης
ἐμπεδόμητις
ἐμπεδόμοχθος
ἐμπεδόμυθος
ἔμπεδον
ἐμπεδορκέω
ἔμπεδος
Ἔμπεδος
ἐμπεδοσθενής
ἐμπεδοσθένης
Ἐμπεδότιμος
ἐμπεδόφρων
ἐμπεδόφυλλος
ἐμπεδόω
Ἐμπέδων
ἐμπέδως
ἐμπεδῶς
ἐμπέδωσις
ἐμπειράζω
ἐμπείραμος
ἐμπειράομαι
ἐμπειρέω
ἐμπειρία
ἐμπειρικός
…
ἐμπέδιος
Save
ἐμπέδιος, deep-rooted
LSJ
ἐμπέδιος, ον,
deep-rooted,
cj. in
Numen.
ap.
Ath.
9.371c.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}