ἐμπειράομαι
ἐμπειράομαι, make trial of
ἐμπειρ-άομαι, Dep.,
- make trial of, τινός Hp. Nat.Mul. 99.
ἐμ·πειράομαι-ῶμαι, c. ἐμπειράζω, Hpc. 584, 40.
ἐμπειράομαι, = ἐμπειράζω, Hippocr.
ἐμπειράομαι, make trial of