ἐμπείραμος
ἐμπείρ-ᾰμος, ον, poet. for ἐμπέραμος (q.v.).
ἐμπείραμος, ος, ον [ᾰ] qui a l’expérience de, gén. Lyc. 1196 ; Anth. 10, 14.
Étym. ἔμπειρος.
ἐμπείραμος, poet. = ἔμπειρος, ἐμπέραμος, Lycophr. 1196 ; ναυτιλίης Agath. 57 (X.14); a. sp.D.
ἐμπείραμος
ἐμπείρᾰμος, ον
poet. for ἐμπέραμος.