Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐμπορεύω
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐμπολεύω
ἐμπολέω
ἐμπολή
ἐμπόλημα
ἐμπόλησις
ἐμπολητός
ἐμπολίζω
ἐμπόλιον
ἐμπολιορκέω
ἔμπολις
ἐμπόλισις
ἐμπολίτευσις
ἐμπολιτεύω
ἐμπολιτογραφέω
ἐμπολόωντο
ἐμπολωρός
ἐμπομπεύω
ἐμπονεστέρως
ἐμπονέω
Ἐμπονή
ἐμπόνημα
ἐμπόνησις
ἔμπονος
ἐμπόνως
ἐμπορεία
ἐμπορεῖον
ἐμπόρευμα
ἐμπορεύομαι
ἐμπορευτέα
ἐμπορευτικός
ἐμπορεύω
ἐμπορητικός
ἐμπορία
Ἐμπορίαι
ἐμποριαρχέω
ἐμποριάρχης
ἐμπορίαρχος
ἐμπορίδαι
ἐμπορίδια
ἐμπορίζομαι
ἐμπορίζω
ἐμπορίη
ἐμπορικός
Ἐμπορικός
ἐμπορικῶς
ἐμποριοδονήτας
ἐμπόριον
Ἐμπόριον
ἐμπόριος
ἐμπορῖται
ἐμπορίτης
ἐμποριωνήτας
ἔμπορος
ἐμπορπάομαι
ἐμπορπάω
ἐμπόρπημα
ἐμπορπόομαι
ἐμπορπόω
ἐμπορφυρίζω
ἐμπόρφυρος
ἐμποτάομαι
…
ἐμπορεύω
Save
Bailly 2024
ἐμπορεύω,
v.
ἐμπορεύομαι
fin
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}