ἐμπορίζω
1 procurar, proporcionar
τοῖς ἐντευξομένοις τὸ λυσιτελοῦν
θησαυρὸς ἐπὶ θησαυρὸν ἐμπορίζεται
2 en v. med. procurarse, hacerse con
πολιτείας ἑτέρας
1 procurar, proporcionar
τοῖς ἐντευξομένοις τὸ λυσιτελοῦν
θησαυρὸς ἐπὶ θησαυρὸν ἐμπορίζεται
2 en v. med. procurarse, hacerse con
πολιτείας ἑτέρας