Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐνάρθρως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐναργότης
ἐναργυρίζω
ἐναργυρόομαι
ἐνάργυρος
ἐναργυρόω
ἐναργώδης
ἐναργῶς
ἐναρδευτής
ἐναρδεύω
Ἐναρέα
Ἐνάρεες
Ἐναρέες
ἐναρεῖν
ἐνάρεσθαι
ἐναρέσκω
ἐνάρεστος
Ἐναρέτη
ἐνάρετος
ἐναρηρ
ἐνάρηρεν
ἐναρηρός
ἐναρηρώς
ἐναρής
ἐνάρης
ἐναρηφόρος
ἐνάρθμιος
ἐνάρθρησις
ἐναρθρόομαι
ἔναρθρος
ἐναρθρόω
ἐνάρθρως
ἐνάρθρωσις
Ἐνάριες
ἐναρίζω
ἐναριθμέω
ἐναρίθμησις
ἐναριθμητέον
ἐναριθμητέος
ἐναριθμητικός
ἐναρίθμητος
ἐναρίθμιος
ἐνάριθμος
ἐναρικύμων
ἐναρίμβροτος
ἐναριστάω
ἐναρίστερος
ἐναρίστη
ἐναρκέω
ἐναρκτεύει
ἐναρκτεύω
ἐναρκτικός
ἐναρμογή
ἐναρμόδιος
ἐναρμόζω
ἐναρμονικός
ἐναρμονικῶς
ἐναρμόνιος
ἐνάρμοσις
ἐναρμόσσω
ἐνάρμοστος
ἐναρμόττω
…
ἐνάρθρως
Save
Bailly 2024
ἐνάρθρως,
adv.
en articulant,
Nyss.
1, 861
.
Étym.
ἔναρθρος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}