ἐνάρμοστος
ἐνάρμοστος, harmonious
ἐνάρμ-οστος, ον,
- harmonious, συμφωνίας LXX 4 Ma. 14.3; concordant, πρὸς ἄλλα Iamb. Myst. 3.18.
1 armonioso
συμφωνία
2 concordante c. giro prep.
(ταῦτα) πρὸς ἄλλα ἐνάρμοστα
ἐνάρμοστος, angepaßt, LXX.