ἐναριθμέω
ἐναριθμέω, to reckon in
- reckon in or among, in Pass., Arist. SE 170a8, MM 1204a23, Luc. Eun. 8.
- II account, ἴσα καὶ τὸ μηδέν as nothing, S. OT 1188 (lyr.):—Med., = ἐν ἀριθμῷ ποιεῖσθαι, make account of, value, E. Or. 623.
1 contar, incluir en o entre c. ac. y dat.
ὑγίειαν ... τοῖς ἀγαθοῖς
ἐναριθμῆσαι κἀμὲ τοῖς ἄλλοις φίλοις
θηρσὶν ὑμᾶς δεινοῖς
καταχθονίοις ... τὸν Ἀπόστολον
τὴν ἡδονὴν ἐναριθμεῖσθαι τοῖς ἀγαθοῖς
αἳ (κορῶναι) μήτε περιστεραῖς μήτε κόραξιν ἐναριθμοῖντο ἄν
• c. giro prep.
ποιότητας ... ἐν αὐτῇ ... ἐνηριθμήσαμεν
εἰς τὰ σὰ πρόβατα
ἐναριθμηθῆναί με μετὰ πάντων τῶν εὐεργετηθέντων
2 tener en consideración, tener en cuenta, valorar
ὑμᾶς ἴσα καὶ τὸ μηδὲν ζώσας ἐναριθμῶ
valoro vuestras vidas como igual a nadaμὴ ἐναριθμουμένου «τοῦ ἐν ἀρχῇ»
e.d. violando la regla que proscribe la petitio principii
• en v. med. mismo sent.
εἰ τοὐμὸν ἔχθος ἐναριθμῇ κῆδός τ' ἐμόν
- to reckon in or among: to reckon, account, οὐδέν as nothing, Soph.:—Mid., = ἐν ἀριθμῷ ποιεῖσθαι, to make account of, Eur.