ἐνέργημα
ἐνέργημα, action, activity, operation
- action, activity, operation, Plb. 4.8.7, D.S. 4.51 (of the labours of Heracles), Ph. 1.213, M.Ant. 4.2, Procl. Inst. 158, al.: pl., φύσεων Iamb. Myst. 4.13; opp. πάθος, Stoic. 2.59, cf. 3.134, Chrysipp. ib. 2.295.
- 2 realized object, [νοῦς] αὑτοῦ ἐ. Plot. 6.8.16, cf. 6.9.2.
- 3 dub. for ἐνάργημα, Epicur. Ep. 1 p.4 U.; τὸ κατὰ φιλοσοφίαν ἐ. Metrod. Herc. 831.8, cf. Phld. Po. 2.68.
I
1 acto
τὸ συνεχὲς ἐ. ἐν φυσιολογίᾳ
ἐν τοῖς διαφέρουσι τῶν ἐνεργημάτων
en actos diferentesδιανοίας ἐ. καὶ κίνησις ἀόρατος
γίνεται ... ἐκ φρονήσεως τὸ φρονεῖν ... καὶ ἀφ' ἑκάστης τῶν ἄλλων τὸ κατ' αὐτὴν ἐ.
op. παθήματα
ψυχικὸν ... ἐ. καὶ οὐ φυσικόν
τὰ τῶν φύσεων ἐνεργήματα
μηδὲν ἐ. εἰκῇ ... ἐνεργείσθω
(ὁ δώριος τόνος) πρὸς τὰ βαρύτερα τῆς φωνῆς ἐνεργήματα χρήσιμος
2 realización, puesta en práctica de una decisión
τὸ γὰρ ἀντιστρατεύεσθαι καὶ αἰχμαλωτίζειν ... προαιρέσεώς ἐστιν ἐνεργήματα
• fil. acto, realización en acto
νοῦς δὲ ἐ.· ὥστε ἐ. αὐτός
el Uno
3 suceso, acontecimiento
τῶν δ' ἐνεργημάτων ὑπὲρ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν φανέντων
de los actos de Medeaτὰ συμβαίνοντά σοι ἐνεργήματα
4 función
τοῦ ... ἀναγωγοῦ τὸ ἐ.
la función de la (causa) elevativa
II de tipo sobrenatural
1 poder, acto de tipo divino o mágico
ἐνεργήματα δυνάμεων
poderes milagrososτὰ θεῖα ἐνεργήματα
ἔχεις τὴν τελετὴν τοῦ μεγίστου καὶ θείου ἐνεργήματος
2 astrol. poder de acción, influjo
ἡ ἐν τοῖς ἐνεργήμασι σύγκρασις
ἔχεις τὴν τελετὴν τοῦ μεγίστου καὶ θείου ἐνεργήματος
tienes la consagración del más grande y divino poder
εἰ μὴ μόνῳ [σο]υ ἰσχινῷ υἱῷ σου ἀξιοῦντι τὰ [παρ'] ἡμῶν ῥηθέντα ἐνεργ[ή]ματα
excepto únicamente a tu hijo carnal, cuando te pida los poderes que te hemos explicado