ἐνεργής
ἐνεργής, productive
- active, effective, μηχανὰς ἐνεργεῖς ποιοῦντες D.S. 17.44, etc.; of medicines, strong, POxy. 1088.56 (i A.D.), Dsc. 5.88, etc.: Comp. -έστερος more effective, πρός τινα Arist. Top. 105a19: Sup. -έστατος, πρός τι D.S. 1.88, cf. Dsc. 1.19, A.D. Synt. 291.9.
A
I
1 productivo ref. agr.
Πεισίστρατος ... τὴν τε χώραν ἐνεργεστέραν καὶ τὴν πόλιν ἠρεμαιοτέραν ἐποίησεν
γῆ
• fig.
ὅπως καὶ τὸ διὰ Ἡσαΐου εἰρημένον καρπὸν ἐνεργῆ ἔχῃ
2 eficaz, efectivo de cosas
ἐνεργῆ δέ σοι τὰ βέλη πάντα ἔστω καὶ οἱ κριοὶ ... εἰς τοὺς προσήκοντας τόπους
πάσας τὰς μηχανὰς ἐνεργεῖς ποιοῦντες
τοῦτο τὸ μύρον δὸς ἐνεργὲς γενέσθαι ἐπὶ τῷ βαπτιζομένῳ
δύναμιν ... ἔχει ἐνεργεστάτην ὁ ὀπός
• de abstr.
ὁ δὲ συλλογισμὸς ... πρὸς τοὺς ἀντιλογικοὺς ἐνεργέστερον (ἐστι)
κατασκευή
οἱ κύνες τὴν αἴσθησιν τῆς ὀσφρήσεως ἐνεργεστέραν ἔχουσιν
• en magia
ὁρκίζω σε ... ποιῆσαι αὐτὸν (τὸν κατάδεσμον) ἐνεργῆ
3 activo, con capacidad de actuar de pers.
ὁ πατὴρ ... πότε οὐκ ἦν ἐ.
τῇ ἐνεργεστάτῃ θεῷ [Ἀρτέμιδι
• de abstr.
βίος
ἡ ... ἐκ τοῦ ὁρᾶν διάθεσις ἐνεργεστάτη ἐστίν
ἡ πίστις
4 astrol. activo, que ejerce un influjo
οἱ χρόνοι οὗτοι
II c. valor de intensidad
1 enérgico, intenso, encarnizado
ἡ ναυμαχία
• de anim. que rebosa energía, fogoso
τὸ ... ζῷον τοῦτο (ὁ τράγος) ... πρὸς τὰς συνουσίας ... ἐνεργέστατον
ἵπποι
2 ret. vívido, lleno de energía Demetr.Eloc.266
• intenso
ἐνεργέστερα ... τὰ σίνη καὶ τὰ πάθη γενήσεται
B adv. -ῶς, v.
arranca la planta invocando por su nombre al demon, pidiéndole que sea muy eficaz
anillo para toda operación mágica y para el éxito, muy eficaz
protégeme este encantamiento y haz que sea eficaz
- of land, productive, Plut.