ἐναιμήεις
ἐναιμ-ήεις, εσσα, εν,
- = sq., κέντρα μύωπος AP 6.233 (Maec.).
ensangrentado
κέντρα τ' ἐναιμήεντα διωξίπποιο μύωπος
ἐν·αιμήεις, ήεσσα, ῆεν, ensanglanté, sanglant, Anth. 6, 233.
Étym. ἐν, αἷμα.
ἐναιμήεις
ἐν-αιμήεις, εσσα, εν
= ἔναιμος, Anth.