ἐναίθριος
ἐναίθριος, fully exposed
ἐναίθριος, ον,
- fully exposed, τόποι Thphr. CP 5.14.2.
ἐν·αίθριος, ος, ον, exposé à l’air, Th. C.P. 5, 94, 2.
Étym. ἐν, αἰθρία.
ἐναίθριος, unter freiem Himmel, = ὑπαίθριος, τόποι Theophr.