ἐναιθέριος
ἐναιθέριος, in upper air
ἐναιθέριος, ον,
- in upper air, M.Ant. 12.24; θεοί Poll. 1.23.
de lo alto, del cielo, celeste
τροχάλεια
θεοί
ἦχοι
δυνάμεις op. ἐναέριος y ἔνυδρος
σχῆμα
• subst. τὰ ἐναιθέρια los seres celestes M.Ant.12.24.
ἐν·αιθέριος, ος, ον, qui est dans l’éther, céleste, M. Ant. 12, 24.
Étym. ἐν, αἰθήρ.
ἐναιθέριος, im Aether, M.Ant. 12.24.