ἐνασπάζομαι
ἐνασπάζομαι, welcome
ἐνασπάζομαι,
- welcome, Plu. Bruta anim. 2.987d.
aceptar de buena gana
τὴν τῆς δειλίας ἐπώνυμον ... ἐνασπαζόμενος
ἐν·ασπάζομαι, c. ἀσπάζομαι, Plut. M. 987d.
ἐνασπάζομαι, = ἀσπάζομαι, Plut. Gryll. 4.