ἐνασχολέω
ἐνασχολέω, occupy, mid. to be engrossed with
1 ocupar, emplear, entretener c. ac. y dat.
θεάμασι ἀτόποις τὰς ὄψεις
οὐ γὰρ ἠθέλησε μιᾶς τινός που πόλεως ἁλώσει τὸν λόγον ἐνασχολῆσαι
τοῖς μαθήμασι ... ἐνασχοληθέντες
ἐν τούτοις
ἐς ... τι τῶν χρησίμων
2 en v. med. ocuparse, emplearse, dedicarse
(φησιν) περὶ τὴν συλλογὴν ἐνασχολεῖσθαι
dice que se dedicaron a la recolecciónἐνατενῶς ἐνασχολεῖσθαι τοῖς μεταρσίοις
ἐν·ασχολέω-ῶ, occuper à : θεάμασι τὰς ὄψεις ἐν. Bas. 1, 496 d, occuper ses yeux à des spectacles ; au pass. s’occuper à, dat. Pol. 9, 17, 1.
ἐνασχολέω, sich beschäftigen mit, Sp.