ἐνασπίδιος
ἐνασπίδιος, clipeatus
ἐνασπίδ-ιος [πῐ], ον,
- = Lat. clipeatus, [εἰκόνες] JRS 16.250 (Ancyra, ii A. D.).
sobre un escudo, sobre clípeo
εἰκόνας δύο [ἐπ]ιχρύσους ἐνασπιδ[ίους