ἐνδιαίτημα
ἐνδιαίτημα, dwelling-place
- dwelling-place, D.H. 1.37, Ph. 1.52, al., Plu. Sollert. 2.968b, Phalar. Ep. 34 (pl.), Agath. 3.23; ἐ. δαιμόνων τὴν ψυχὴν κατασκευάσας Porph. Marc. 11.
1 morada, lugar de residencia de pers. o anim., esp. ref. territorios o espacios abiertos
ἐ. δ' ἀνθρώποις ἄχαρι
τὰ θηρόβοτα Νομάδων ἐνδιαιτήματα
Πιερία φίλον ὑμῖν ἐ.
Μουσῶν ἐ.
del Helicónθεοῦ γὰρ οὐδὲ ὁ σύμπας κόσμος ἄξιον ἂν εἴη ... ἐ.
τοῖς πτηνοῖς ὁ ἀὴρ ἐ. οἰκεῖον
para las aves el aire es su medio naturalτὰ ἐνδιαιτήματα τῶν ἁγίων
del reino de los cielos
• fig. morada, sede esp. ref. el alma o partes del cuerpo
πονηρῶν δαιμόνων ἐ. τὴν ψυχὴν κατασκευάσας
τοῖς περὶ Θεοῦ λόγοις ... ἐ. διδοὺς τὴν καρδίαν
νοῦ γὰρ ἐ. κεφαλή
la cabeza es la sede del pensamiento
2 régimen, dieta
συντρόφοις ἐνδιαιτήμασι τὰς ὀδύνας κοιμήσαντες