ἐνοικονομέω
ἐνοικονομέω, supply, furnish
ἐνοικο-νομέω,
- supply, furnish, τῆς φύσεως τὸ γάλα ἐ. Sor. 1.87.
disponer, regular c. inf.
τῆς φύσεως τὸ γάλα ποιῆσαι πρότερον ἐνοικονομησάσης