ἔνοινος
ἔνοινος, full of wine
ἔνοινος, ον,
- full of wine, Longus 2.1.
lleno de vino
τὰ ἔνοινα τῶν βοτρύων
ἄμπελος
ἔν·οινος, ος, ον, rempli de vin, Lgs 2, 1.
Étym. ἐν, οἶνος.
ἔνοινος, mit Wein, βότρυες Long. 2.1.