ἐνοφθαλμίζω
ἐνοφθαλμίζω, inoculate, bud
ἐνοφθαλμ-ίζω,
- inoculate, bud, δένδρον ἓν ἀπὸ πλειόνων Thphr. CP 5-5.4, cf. Gp. 10.77.1:—Pass., Inscr.Délos 366B 20, Procl. in Cra. p.39 P.
1 agr. injertar
ἐνοφθαλμίσαι δένδρον ἓν ἀπὸ πλειόνων καὶ διαφόρων
ἐ[λ]αίους ἐνωφθαλμισμέν<ου>ς
πίτυς ... οὐκ ἐνοφθαλμίζεται
(τὰ φυτά) ... ὅταν ἐνοφθαλμίζωνται ἢ ἐγκεντρίζωνται
• abs. hacer un injerto, Gp.10.77.1.
2 intr. en v. med.-pas., sent. dud., quizá saltar a la vista
ἐνοφθαλμισθήσεταί σοι
ἐν·οφθαλμίζω, greffer, inoculer, Th. C.P. 5, 5, 4 ; Geop. 10, 77, 1 ; 11, 18, 10.
Étym. ἐν, ὀφθαλμός.
ἐνοφθαλμίζω, inokulieren, Theophr.