ἐνουρέω
ἐνουρέω, urinate in
- make water in, ἔς τι Hdt. 1.138, 2.172; εἰς τὰ ὦτα Porph. Abst. 3.3; ἔν τινι Hermipp. 82.1: abs., ὥσπερ ἐνεουρηκότες like piss-a-beds, Ar. Lys. 402, cf. Arist. Pr. 876a15, Dsc. Eup. 2.106, Paul.Aeg. 3.45.
1 orinar, mear en c. giro prep. o dat., c. εἰς:
ἐς ποταμὸν δὲ οὔτε ἐνουρέουσι οὔτε ἐμπτύουσι
(los persas)ἐς τὸν (ποδανιπτῆρα) ... ἐνεμέειν καὶ ἐνουρέειν
εἰς τὴν ἀμίδα
εἰς τὰ ὦτα
para anular algún tipo de poder sobrenaturalἐχῖνος ... ὅταν γοῦν ἁλίσκηται, ... ἐνεούρησε τῷ δέρματι
ποταμῷ
ἐνούρει ἐν τῷ μέσῳ οὐκ αἰδούμενος τὰς γυναῖκας
de un cínicoἐπαίρων τὸ ἕτερον τῶν ὀπισθίων σκελῶν ἐνουρεῖν ... πρός τι τῶν ἐξεχόντων τῆς γῆς
2 mearse, orinarse encima
• gener. en pres. sufrir de incontinencia esp. durante el sueño
οἱ νέοι ἐν τοῖς βαθυτάτοις ὕπνοις μάλιστα ἐνουροῦσιν
κατὰ τοὺς ὕπνους